ἐρημοσύνη

ἐρημο-σύνη, ,
A solitude, AP9.4 (Cyllen.), 665 (Agath.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερημοσύνη — η (Α ἐρημοσύνη) [έρημος] ερημιά, μοναξιά …   Dictionary of Greek

  • ἐρημοσύνης — ἐρημοσύνη solitude fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έρημος — Με τον όρο έ. εννοείται στη φυσική γεωγραφία μια περιοχή με ξηρό κλίμα που χαρακτηρίζεται από μεγάλη σπανιότητα ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων (το μέγιστο ετήσιο ύψος βροχής ανέρχεται γενικά σε 200 250 χιλιοστά), τα οποία κατανέμονται πολύ… …   Dictionary of Greek

  • θηρόβοτος — θηρόβοτος, ον (Α) 1. ο τόπος όπου τρέφονται άγρια ζώα ή που συντελεί στην εμφάνιση θηρίων («θηρόβοτος ἐρημοσύνη», ΑΠ) 2. θηριοσύχναστος άγριος τόπος. [ΕΤΥΜΟΛ. < θηρ(ο) * + βοτος (< βόσκω), πρβλ. αιγί βοτος, ιππό βοτος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.